Σάββατο 27 Απριλίου 2024

 

                            Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

   Διήγημα


                       Η άνθηση της διαφθοράς      

 

           Εδώ και μέρες η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο. Και αιτία ήταν η απόφαση που πήραν και διέρρευσε οι επώνυμοι άρχοντες και οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, πως  θα  μαζεύονταν  αρχές  του  καλοκαιριού, << στο σπίτι της διαφθοράς >>  για την ετήσια συνάντηση οργίων! Πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν  ν’ αρπάξουν τα μαχαίρια και να τους σταματήσουν, άλλοι πως το πιο σωστό ήταν να τους κάψουν το βράδυ της συνάντησης και οι πιο συνετοί μίλησαν για μια δίκαιη τιμωρία που θα ερχόταν από τη Θεία Δίκη και την Εκδίκηση.

          Ο πρώτος που δίδαξε τούτη τη συνάντηση των οργίων ήταν ο βαρόνος Ντε Πιε, Φράγκος στην καταγωγή, που  ήρθε σαν καταχτητής κι αφού απόχτησε πολλά λεφτά και χτήματα, σκέφτηκε να τα ξοδέψει σε  ακολασίες, σαρκικές επαφές, ερωτικά διεφθαρμένα βίτσια, και συμπόσια με κακόγουστα αναγνώσματα και συζητήσεις μεταξύ των καλεσμένων. Η παράδοση ανέφερε πως ο ίδιος ήταν πνευματικά καθυστερημένος και σωματικά ανάπηρος, με το δεξί του πόδι ξύλινο και το αριστερό του μάτι βγαλμένο. Παρά ταύτα ήταν δεινός εραστής που έφτανε ως τον παραλογισμό και τη διαφθορά. Σαν αποφάσιζε, έλεγε ο μύθος, να σμίξει με γυναίκα, κλειδωνόταν τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρά του ολομόναχος και σαν ο μαζοχισμός του τον έφερνε σε κατάσταση τρέλας, έπεφτε πάνω της με τόση μανία και πάθος που την άφηνε μόνο σαν την έβλεπε αναίσθητη και ταπεινωμένη.Άλλες φορές έβαζε κάτω στο πάτωμα τα ολόχρυσα κηροπήγια, άναβε τα κατάμαυρα κεριά τους και σαν οι φλόγες τους τα έλιωναν ως τη μέση, τα έσβηνε για  να γεμίζει έτσι ασφυκτικά η κάμαρά του καπνό. Αυτός τότε  σχεδόν αναίσθητος πάνω στο κρεβάτι, καλούσε με δυνατές κραυγές υστερίας τη γυναίκα που θα πλάγιαζε μαζί του.

          Τα ομαδικά όμως ερωτικά όργια ο βαρόνος Ντε Πιε τα έκανε στην πολυτελέστατη αίθουσα του σπιτιού της διαφθοράς που ομολογουμένως ήταν μια από τις καλύτερες που έχει δει ανθρώπινο μάτι εξαιτίας της πρωτότυπης και εκκεντρικής διακόσμησή της. Έτσι οι κληρονόμοι συνέχιζαν και σήμερα τα βίτσια του βαρόνου και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ένας επώνυμος, στυγνός και αδίσταχτος επιχειρηματίας, <<διαχειριστής τοξικών ουσιών >> υπερέβαλε τον προκάτοχό του εραστή στην ακολασία και φιλοδοξούσε να φτάσει αυτός πιο βαθιά στο σκαλί της διαφθοράς.Τη φιλοδοξία του αυτή την αποτύπωσε ακόμη και στην εξωτερική όψη του σπιτιού.  Στο τριώροφο αυτό σπίτι με τα πολλά παράθυρα, την κόκκινη σκεπή και τον ψηλό μαντρότοιχο, έβαλε πέντε θεότρελους ζωγράφους κι έφτιαξαν πάνω στους τοίχους του, ό,τι χειρότερο μπορούσε να δώσει και η πιο αρρωστημένη φαντασία, έτσι που οι παραστάσεις προκαλούσαν τρόμο και φρίκη στο βλέμμα του κάθε επισκέπτη.

          Στη δεξιά πλευρά αιμοσταγείς δράκοντες έσμιγαν μπροστά από τις θεόρατες σπηλιές τους με ολόγυμνες γυναίκες που ανάμεσα στα μυτερά δόντια τους, πάλευαν τρεμάμενες να ξεφύγουν και ν’ απαλλαγούν από το σαρκικό τους μαρτύριο που τις περίμενε. Ενώ  στα πόδια τους τα πυρακτωμένα καρφιά που έμπαιναν στα πέλματά τους και τα έκαναν να αιμορραγούν έδειχναν να δυσκόλευαν το πάλεμά τους με τους δράκους που έκαναν ό,τι μπορούσαν να κρατήσουν πάνω τους τα ματωμένα κορμιά τους.

          Στην αριστερή πλευρά σκληροτράχηλοι σάτυροι είχαν στήσει τα δικά τους ερωτικά παιχνίδια με γυναίκες ζωόμορφες. Και καθώς οι σάτυροι έσφιγγαν στις αγκαλιές τους τα κορμιά τους, ανάμεσα στα δυο πόδια τους ανέβαινε ένα πελώριο φίδι με εφτά κεφάλια και τρεις ουρές δείχνοντας πως ήθελε να φτάσει εκεί που τα δυο κορμιά έσμιγαν.

          Στην πρόσοψη τώρα οι εικόνες  θύμιζαν σκηνές από την Κόλαση. Δε θα τις περιγράψουμε όλες αλλά θα σταθούμε σ’ εκείνες που έδειχναν τους Κενταύρους και τις νεκρές γυναίκες. Ήταν μια σκηνή που σοκάρισε και τους πιο επιρρεπείς σε τέτοιες απεικονίσεις φρίκης και συζητήθηκε πολύ αν  έπρεπε ο καλλιτέχνης να δείξει όλη του την πρωτόγονη αγριότητα ή να την αποκρύψει. Όσοι λοιπόν άντεχαν να κοιτάξουν τούτη την εικόνα και δεν απέστρεφαν τα μάτια τους από αηδία, μπορούσαν να διακρίνουν όπως είπαμε τα ερωτικά παιχνίδια των Κενταύρων με τις νεκρές γυναίκες, που, οι πιο πολλές ξαπλωμένες  μπρούμυτα και σκεπασμένες με τις φυλλωσιές, έδειχναν να κακοποιήθηκαν βάναυσα από τους ερωμένους τους, κατά τη στιγμή της ερωτικής πράξης πριν φθάσουν στην κατάσταση που τις ήθελε η αρρωστημένη φαντασία του ζωγράφου.                                                                                            

          Μια φαντασία που αν σταματούσε εδώ ίσως τη δικαιολογούσαν μερικοί αλλά δυστυχώς συνέχιζε την αρρωστημένη του έκφρασή της μ’ ένα πίδακα στο κέντρο της παράστασης να εξακοντίζει το αίμα που έβγαινε με δύναμη πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά και να τα ραντίζει με μεγάλες και πολλές πιτσιλιές, κάνοντάς τα τόσο μακάβρια και αποκρουστικά που το μάτι δύσκολα άντεχε να συνεχίσει να κοιτάζει.

            Ύστερα απ’ όλα αυτά εύκολα δικαιολογεί κανείς εκείνους τους εμπρηστές που ήθελαν να το κάψουν το σπίτι μαζί με τη διαφθορά που λίμναζε τους χώρους του. Επικρατούσε όμως πάντοτε η ψυχραιμία και η λογική κάποιων που έλεγαν πως η διατήρησή του ήταν εθνική και ιστορική επιταγή για να θυμίζει στους νεότερους << τη δόξα και τα κλέη των προγόνων τους >>.  Έτσι << το σπίτι της διαφθοράς >> έμενε όρθιο και συνέχιζε μαζί με τους καλεσμένους του το δρόμο που χάραξε αιώνες πριν ο βαρόνος Ντε Πιε.

          Οι πιο πολλοί όμως συνδαύλιζαν την καταστροφή του κι από ζήλια. Και τούτο γιατί η τάξη τους, φτωχή και περιθωριακή που ήταν, ποτέ δε θα ‘παιρνε εισιτήριο εισόδου στους κρυφούς και μυστηριώδεις χώρους του. Και η εμπειρία μιας τόσο αισθησιακής απόλαυσης που κυριαρχούσαν τα όργια θα ήταν γι’ αυτούς όνειρο απατηλό. Έτσι αποκλεισμένοι από το παιχνίδι, ετοίμαζαν και ύφαιναν το σάβανό του. Ακόμη η σύγχυση που επικρατούσε γύρω από τα τεκταινόμενα μέσα στους τέσσερις τοίχους τούτου του σπιτιού, μεγάλωνε την περιέργειά τους και κάλπαζε την αρρωστημένη φαντασία τους. Έτσι πολλές ιστορίες που έπλαθαν υπερέβαλαν ακόμη και την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που μόνο οι προνομιούχοι και οι περιούσιοι την γνώριζαν και που ποτέ δε θα τη φανέρωναν στα κατώτερα στρώματα

         

 

 

                                                * * *

         

 

 

 

 

          Έτσι μια ασέληνη νύχτα του Ιουνίου οι επισκέπτες εισέβαλαν με κάθε μυστικότητα στο σπίτι των οργίων και πήραν τις θέσεις τους στην τεράστια και πλούσια διακοσμημένη αίθουσα. Αμέσως ο επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης του σπιτιού, καθισμένος στον εβένινο θρόνο του και ντυμένος με μαύρο πανάκριβο κουστούμι, έδωσε εντολή στο υπηρετικό του προσωπικό να σερβίρει τους καλεσμένους. Κι αυτοί χωρίς καθυστέρηση τον άκουσαν και γύρισαν με τους δίσκους φορτωμένους κολονάτα ποτήρια, γεμάτα με μαύρο μυρωδάτο, ποτό. Σαν τ’ άφησαν πάνω στο τραπέζι έφυγαν εκτός από έναν ο οποίος σαν χαμήλωσε τα φώτα τους ευχήθηκε καλή διασκέδαση και αποτραβήχτηκε διακριτικά στο διάδρομο που βρισκόταν στα αριστερά της αίθουσας.

          Τότε ο ιδιοκτήτης στράφηκε δεξιά του και παίρνοντας  ένα δίσκο από μια ξυλόγλυπτη θήκη τον έβαλε με επιτηδειότητα στο πικάπ που άρχισε να παίζει με γρήγορο ρυθμό μια αισθησιακή μουσική που φάνηκε ν’ άρεσε σε όλους. Σαν τους συνέστησε να πιουν με την ησυχία τους το ποτό τους, ο ίδιος πέρασε απ’ όλα τα τραπέζια και ζήτησε ιπποτικά το χέρι κάθε γυναίκας. Ύστερα σαν τα φίλησε και τους είπε από ένα κολακευτικό λόγο, κάθισε πάλι στη θέση του απολαμβάνοντας κι αυτός το ποτό του και τη μουσική. Όταν  προχώρησε η ώρα και το μεγάλο ρολόι του τοίχου χτύπησε μεσάνυχτα ο ιδιοκτήτης σηκώθηκε, κατευθύνθηκε στη βορινή πλευρά της αίθουσας, σταμάτησε όταν έφτασε και πατώντας ένα πράσινο διακόπτη, τη βύθισε στο σκοτάδι.  Ο φόβος των καλεσμένων ξεπεράστηκε γρήγορα και οι πρώτοι ψίθυροι διαμαρτυρίας σταμάτησαν σαν ένα μικρό κόκκινο φωτάκι φώτισε αδρά την αίθουσα. Και τότε οι καλεσμένοι είδαν ν’ ανοίγει το παραβάν που ως τότε ήταν κλειστό  και να εμφανίζεται στα έκπληκτα μάτια τους ένα εντυπωσιακό ολόχρυσο κρεβάτι που τους τρόμαξε. Και τούτο γιατί τα τέσσερα πόδια του είχαν τη μορφή της  ύαινας και στα υπόλοιπα μέρη του είχαν σφυρηλατηθεί διάφορα κεφάλια φιδιών που άφηναν όλα απ’ τα ανοιχτά στόματά τους να φαίνονται τα φοβερά κεντριά τους. Στην πλάτη τώρα του κρεβατιού δυο γεράκια άγρια συμπλέκονταν με τα μυτερά τους ράμφη, ενώ από τα ματωμένα  τους κεφάλια το αίμα τιναζόταν σαν πίδακας  γύρω τους.

          Η αντίδραση των  καλεσμένων σε τούτη τη φριχτή θέα του κρεβατιού ήταν άμεση και γρήγορη. Πολλοί ψιθύρισαν, άλλοι φώναξαν και μερικοί κινήθηκαν με άγριες διαθέσεις από τις θέσεις τους. Μόνο ο ιδιοκτήτης παρέμεινε ατάραχος και ψύχραιμος στη θέση του, για να τους πει λακωνικά, δείχνοντας με το δεξί του χέρι στο βάθος του διαδρόμου: << Και τώρα κοιτάξτε όλοι σας τη γυναίκα που οι άντρες θα ήθελαν να την είχαν δική τους και οι γυναίκες θα  ζήλευαν  το κορμί της και τις σεξουαλικές της επιδόσεις! >>Πράγματι μια εντυπωσιακή ξανθιά γυναίκα, γλυκύτατη και γυμνή τους μάγεψε με την κορμοστασιά τους, το έντονο θηλυπρεπές περπάτημά της και το λάγνο βλέμμα της. Κι αμέσως βρέθηκε ξαπλωμένη στα λευκά σεντόνια του κρεβατιού, αφήνοντας τα αφράτα στήθια της και τα τορνευτά μακριά πόδια της στολίδια του σκανδάλου σε τόσα πεινασμένα μάτια.

          Πάλι τότε ο ιδιοκτήτης παρενέβη ανάμεσα στους καλεσμένους και το πύρινο κορμί της γυναίκας για να τους πει με φωνή αισθησιακή: << Πριν αποσυρθείτε στα δωμάτια με τις γυναίκες σας, η γυναίκα που βλέπετε ξαπλωμένη στο κρεβάτι θα σας διαβάσει μια περικοπή από το βιβλίο << Η άνθηση της διαφθοράς >> που τόσες σεξουαλικές συγκινήσεις έχει προσφέρει στον κόσμο των οργίων. Καλή σας ακρόαση!>>Απλώνοντας ύστερα το χέρι έδωσε στη γυναίκα το χρυσόδετο  βιβλίο. Σαν ανασηκώθηκε εκείνη και το πήρε, ακούμπησε την πλάτη της στο προσκεφάλι του κρεβατιού  και άρχισε να διαβάζει καθαρά και δυνατά:

          << Σαν έβγαλε το ρούχο της η γυναίκα κι απόμεινε γυμνή, αρωματίστηκε και έπεσε με την πλάτη στην καρέκλα του Έρωτα. Ο άντρας ολόγυμνος κι αυτός, πλησίασε κι αφού πάτησε στις μεταλλικές βάσεις της καρέκλας, έσκυψε, ανασήκωσε απαλά τα πόδια της και τα ‘φερε στη μέση του. Με  τα χέρια του  έπιασε τη δερμάτινη ζώνη που κρεμόταν στα πλάγια της καρέκλας κι αφού την πέρασε πάνω από το  σώμα της, το ασφάλισε προσεχτικά. Μετά κοίταξε το γυμνό σώμα, έβαλε απαλά τα χέρια του στα δυο στήθη της κι άρχισε να τα χαϊδεύει επιτήδεια κοντά στις θηλές. Σε λίγο από τα χείλη της ερεθισμένης γυναίκας ακούστηκαν οι πρώτες δυνατές  κραυγές της ηδονής… >>.

          Σ’ αυτό το σημείο η φωνή της έσβησε. Κι όλοι οι καλεσμένοι είδαν το βιβλίο να φεύγει από τα χέρια της και να πέφτει στο δάπεδο χτυπημένο με απερίγραπτη δεξιοτεχνία από ένα μαχαίρι που πέρασε το παράθυρο κι έσκισε με φοβερή δύναμη τον αέρα. Και πριν οι καλεσμένοι προλάβουν να αντιδράσουν βλέπουν έναν υπηρέτη να φτάνει τρέχοντας και ν’ αναγγέλλει στον ιδιοκτήτη, φοβισμένος: << Ο λαός της πόλης είναι απέξω και πολιορκεί το σπίτι! Είναι εξαγριωμένος και κινδυνεύετε! Δώστε εντολή να εκκενωθεί και να φύγετε! >>

          Στην κατάσταση πανικού που επακολούθησε ο ιδιοκτήτης έδειξε ασυνήθιστη ψυχραιμία. Και σαν έσπρωξε τον υπηρέτη από μπρος του με το χέρι του, κινήθηκε αργά - αργά και τελετουργικά πάνω από το πεσμένο μαχαίρι και σταμάτησε. Έσκυψε το πήρε κι αφού καθάρισε με το δείκτη του αριστερού του χεριού τις λίγες σταγόνες αίματος που ήταν απλωμένες στην κόψη της λάμας του, προχώρησε και στάθηκε τώρα στο ύψος του παράθυρου. Εκεί κόλλησε το πρόσωπό του στο μέρος που έχασκε από το πέρασμα του μαχαιριού και κοίταξε έξω. Αυτό που είδε τον γέμισε τρόμο και φρίκη. Τραβήχτηκε έτσι πανικόβλητος πίσω και ψιθύρισε κάτωχρος, στους καλεσμένους: << Τα άγρια ένστιχτά τους ζητούν εκδίκηση! Ο κακός δαίμονας που υπάρχει εδώ μέσα ας σκεφτεί κάτι να γλιτώσουμε >>.

          Και τότε είδε τη γυναίκα του κρεβατιού,   μεταμορφωμένη  σε  μια αηδιαστική κι αποκρουστική γριά, να ‘ρχεται προς το μέρος του, κρατώντας στα δυο της ισχνά χέρια, το βιβλίο  και να του το δείχνει ενώ έσταζε αίμα από τις κουρελιασμένες σελίδες του. Για να την αποφύγει κινήθηκε προς το βάθος της αίθουσας. Αυτή όμως συνέχιζε να τον ακολουθεί δείχνοντας την απειλητική της διάθεση.  Τότε ο ιδιοκτήτης για ν’ απαλλαγεί από τη δυσάρεστη παρουσία της, σήκωσε το μαχαίρι και ετοιμάστηκε να της επιτεθεί, ξεστομίζοντας τη μία ύβρη μετά την άλλη.  Κι ενώ όλοι περίμεναν το μοιραίο ένας υπηρέτης πρόλαβε και του άρπαξε το χέρι, κάνοντας το μαχαίρι να πέσει και να συρθεί στο διάδρομο και τον ιδιοκτήτη ν’ απομένει ακίνητος σαν στήλη άλατος. Και πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, βλέπει τον υπηρέτη να τον πλησιάζει και να του ψιθυρίζει στο αυτί: << Το αίμα της είναι αθώο, αλλού να ψάξεις να βρεις την ενοχή >>. Τον κοίταξε με περιφρόνηση ο ιδιοκτήτης και τον ρώτησε με αγωνία: << Άφησε τέτοια ώρα τις ενοχές και πες μου πως θα γλιτώσουμε!>> Ήταν η σειρά τώρα του υπηρέτη   να τον κοιτάξει με περιφρόνηση. Κι αφού το έκανε, του είπε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο: << Φύγετε! Φύγετε από την πίσω πόρτα! >>

          Οι φωνές έξω του κόσμου, όσο περνούσε η ώρα γίνονταν πιο απειλητικές. Έτσι οι καλεσμένοι έδειξαν έντονη ανησυχία και οι πιο πολλοί σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, θέλοντας να κινηθούν προς την έξοδο. Τους είδε ο ιδιοκτήτης και σαν τους έδειξε το βάθος του διαδρόμου, τους είπε προτρεπτικά: << Κατεβείτε από τη σκάλα της πίσω εξόδου και βγείτε στον κήπο. Από κει παραβιάστε τη σιδερένια καγκελόπορτα και κρυφτείτε στο δάσος >>. Σε λίγο ακούστηκαν σπαρακτικές φωνές. Λίγες στην αρχή αλλά μετά πλήθυναν. Το ορμητικό κύμα που δημιούργησε ο συνωστισμός τους παρέσυρε και τους κατρακύλησε ως το τελευταίο σκαλί. Ο χώρος γέμισε μια μάζα από ανθρώπους κι έγινε τόπος μαρτυρίου.

          Πολλοί ακρωτηριάστηκαν, άλλοι έχασαν τα μάτια τους, οι πιο δειλοί λιποθύμησαν και οι πιο άτυχοι έβλεπαν τα παραμορφωμένα σώματά τους και ξεσπούσαν σ’ ένα ανελέητο θρήνο.  Όσοι τώρα κατόρθωσαν ν’ ανοίξουν την πόρτα και να περάσουν στον κήπο, σύρθηκαν κακήν κακώς ως την καγκελόπορτα κι αφού την παραβίασαν βγήκαν έξω και με κάθε προφύλαξη έφτασαν στο πυκνό δάσος όπου και κρύφτηκαν πίσω από τους  χονδρούς   κορμούς των δέντρων που μαζί με το θρόισμα των φύλλων  ακούστηκαν και τα πρώτα ουρλιαχτά των λύκων.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

         

         

         

 

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

 

Κυπαρισσιώτικα

 

               <<Αφ’ Υψηλού>> και ιστορίες στις υπώρειες του κάστρου


                                [γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος]

                    Σκέφτηκα να επωφεληθώ από το ηλιόλουστο πρωινό της Κυριακής και να απολαύσω τη θέα της Κυπαρισσίας από την καφετέρια << Αφ’ Υψηλού>> στις υπώρειες του κάστρου. Το εμβληματικό όνομα της καφετέριας προσδιορίζει επακριβώς πως το σημείο της θέσης της είναι καθοριστικό, αφού βλέπεις την πόλη του Μιχάλη Κατσαρού να απλώνεται μπροστά σου σαν μια αργυρή φωτοχυσία και με μια φιάλη πλήρη οινοπνεύματος που τη μοιράζεσαι με φίλους, οι ευφορικές σου ιδιότητες εκσφενδονίζονται στα ύψη.

            Οι αστοί έχουν πληροφορηθεί την ολόθερμη και πανοραματική αγκάλη του χώρου και όταν εγκαταλείπουν τα κολαστήρια των πόλεων, εκδράμουν χαίροντες και επισκέπτονται αγεληδόν τον ημιορεινό αυτό παράδεισο. Μαζί με τα κουρασμένα σαρκία τους, κουβαλούν  και τις καθημερινές τους βεβαιότητες, τις οποίες με την πρώτη ματιά που ρίχνουν στην αρχόντισσα του Ιονίου τις ξεχνούν, και ατάραχοι πλέον και μακάριοι εξαφανίζουν κάθε γκρίζο και μουντό που έχει συσσωρευτεί στην ψυχή τους.

         Ευφραινόμενος κι εγώ καθισμένος να γεύομαι το τσίπουρο με τις ομορφιές της πόλης, ξετρύπωσα μακριά να διασχίζει το πέτρινο σοκάκι το φίλο μου Λευτέρη και να έρχεται όπως συνήθιζε τακτικώς να γεύεται διαφανή αποστάγματα αλκοόλ τα οποία συνδύαζε απαραιτήτως με παρέα και κουβέντα. Ο Λευτέρης ήταν παραμυθάς ολκής από το γυμνάσιο ακόμη, τουτέστιν άριστος αφηγητής και στο κουβεντολόι ακτύπητος. Ήρθε κάθισε και με το πρώτο ποτήρι κεχριμπάρι, ψιθύρισε: << Ας τους να συνωστίζονται στα πολυσύχναστα μέρη οι άλλοι, εμείς εδώ με τους λίγους στη μοναξιά μας>> κι έριξε βλέμμα πονηρό, αιχμηρό και εξεταστικό στο διπλανό τραπέζι με τα δροσερά κορίτσια.

   Είπαμε πολλά και ενδιαφέροντα. Στο τέλος εστιάστηκε σε ένα σχολικό αφήγημα το οποίο και καταγράφω προς τέρψιν των αναγνωστών όπως ακριβώς βλάστησε στα θεία χείλη του.  << Θυμάσαι το θεολόγο;>> με ρώτησε με έξαρση κι άρχισε: <<Μανία του να μας αναγκάζει να λέμε απέξω τα άμφια του επισκόπου κι όταν ξεχνούσαμε κάποιο τα επαναλάμβανε ο ίδιος ασθμαίνοντας και φαρσί ενώ εμείς σκασμένοι στα γέλια το γλεντούσαμε. Σάκος, ωμοφόριο, μανδύας, μίτρα εγκόλπιο, ποιμαντορική ράβδος, σταυρός, επιρριπτάριο, στιχάριο, επιμανίκια, ζώνη και επιγονάτιο. Ύστερα ζωγράφιζε στον πίνακα τη μίτρα και έψελνε, Αμήν! Και τότε στη Γελουδά τι του κάναμε! Κοντός και χοντρός όπως ήταν ζήτησε να του φτιάξουμε ένα << βήμα >> να ανέβει και να μας βάλει κήρυγμα στην αυλή της εκκλησίας. Ο Μενέλαος ο πισωθρανίτης, σκράπας αλλά θαυμαστής της πλάκας, προθυμοποιήθηκε να στήσει αυτός το << πέτρινο βήμα>>. Την ώρα όπως που ο θεολόγος έλεγε: <<…αν παραβείτε τις εντολές του θεού θα ρίξει φωτιά και θα σας κάψει>> κλώτσησε  τη σφήνα που στεριώνονταν  οι πέτρες και ο θεολόγος γκρεμίστηκε κάτω!  Το παντελόνι του σχίστηκε, η μύτη του αιμορράγησε, το δεξί του πόδι χτύπησε και τρέχοντας μπήκε στο ιερό να κρυφτεί. Το γέλιο που έπεσε το σταμάτησε με δυο χαστούκια στους πρώτους που βρήκες μπροστά του ο γυμναστής και η γιορτή έληξε! Ως και οι άγιοι γέλασαν, ο δε Ιωάννης ο βαπτιστής ανέμισε με νόημα την προβιά του προς τέρψιν πάντων των μαθητών!>>

          ellinikoxronografima.blogspot.gr 

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

 

            Τ Ο   Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

                             Σωροί βιβλίων


                             Του    Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Οι δόλιοι! Άνοες πιστεύουν πως το βιβλίο είναι εύκολο όπως κάνεις παιδί!  Συμπεριφέρονται ως ανάγωγοι χωριάτες και αβασάνιστα γίνονται τσαλαπετεινοί,  ντύνονται με λαμπρό πτέρωμα, βάζουν και το λοφίο στο κεφάλι και πετάνε! Γίνονται συγγραφείς πιστεύοντας πως η αφήγηση είναι χλωριωμένη κότα προς αποκομιδή στη χωματερή.

        Έτσι έχουμε σωρούς βιβλίων! Ο γιδοβοσκός γράφει την ιστορία του χωριού του, ο μπακάλης για τα παραδοσιακά κτήρια της πόλης, ο ταχυδρόμος για τα τοπωνύμια και τη μάχη που έδωσε ο παππούς τού γονέα του στο χωράφι με τον Ιμπραήμ και ο πολιτικός για την ψήφιση δρακόντειων νόμων προς ανακούφιση της τάξης και της ασφάλειας των πολιτών! Αγνοούν εριστικώς  πως ο ξυλουργός ή ο φούρναρης δεν μπορούν να γράψουν βιβλίο! Γιατί είναι μαθητές του πέντε! Ακόμη αγνοούν πως και αυτοί δεν είναι ΣΤΑΝΤΑΛ να γράψουν << ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ >>, ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ να γράψουν το << ΓΛΑΡΟ >>, ΚΩΝ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ, τον << ΚΑΤΑΔΙΚΟ >>.

        Χωρίς κότσια, εγκαλούν υπερκόσμιες δυνάμεις, να κάνουν το θαύμα και τα ψίχουλα γραφής που αφήνουν στις λευκές σελίδες να γίνουν ένα βιβλίο αριστούργημα. Αν είναι δυνατόν! Αποκλείεται να έχουν διαβάσει και το δαιμόνιο Ιταλό Μακιαβέλι και παραφράζοντάς τον, να ανέκτησαν θάρρος. Αποκλείεται! Είχε πει: <<Να θυμάστε πως πάντα οι άνθρωποι θα επιδιώκουν να βελτιώνουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό>>. Αυτοί προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους, γράφοντας βιβλία!

        Διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος πριν χρόνια σε ορεινό χωρίο, αφού βασανίστηκα ένα μήνα να με κόβει η λόρδα, είπα να χορτάσω τουλάχιστον με πνευματική τροφή. Έτσι έστρεψα το ενδιαφέρον μου στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Όλα τα βιβλία παλιάς κοπής, γραμμένα μετεμφυλιακά, μύριζαν πνευματική μούχλα. Τα μόλυνε και το κάδρο του Κωνσταντίνου μετά της βασιλίσσης Άννας Μαρίας και η κατάσταση ήταν, μαύρη, ασιατική. Σκορπιοί, ποντικοί, κατσαρίδες και  στρατιές  σκωλήκων τα μάχονταν μέχρι εσχάτων. Όλα απόπνεαν σαπίλα, σήψη και λοιμογόνο πατριωτισμό. Περίσσευαν τα ελληνοχριστιανικά και οι τίτλοι με κηπουρικές εργασίες. Παρών και << Ο Αγών μου >> του Αδόλφου Χίτλερ! Και μια βιογραφία του εθνοσωτήρα Μεταξά! Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκης, Καρυωτάκης ούτε για δείγμα. Οι συγγραφείς αυτοί γραμμένοι στη μαύρη λίστα των καταραμένων ανθρώπων, συνομιλούσαν ευτυχώς σιωπηλώς ακαταπαύστως.

        Άντε μετά με τόση λάσπη στην ψυχή να τραγουδήσεις με τους μαθητές: << Ένα παλληκάρι είκοσι χρονών, άρματα το ζώσαν      για τον πόλεμο >>.  Ανέκαθεν οι λειράτες όρνιθες  του κοινοβουλίου και των κυβερνήσεων πίστευαν τον ίδιο χαβά. Οι σχολικές βιβλιοθήκες να είναι << χολεριασμένες >> και ο λαός ερίφιο.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

 

                                 Ο  Καποδίστριας κυβερνήτης. Η πολιτική του

                                                                      [Ημερολόγιο του ’21]


                                                    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                Ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στ΄ Ανάπλι στις 7 Γενάρη του 1828. Την εικόνα της φρικτής ερήμωσης της χώρας τη δίνει ο ίδιος μέσω του Γ. Τερτσέτη στα << Απόλογα για τον Καποδίστρια >>. Λέει: << Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ και άλλος   να  μην ιδεί. << Ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας !>> εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιάς πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά αι η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό έως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες, μου εζητούσαν ν’ αναστήσω τους απεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου ζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις καθώς πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς ανασταίνει και αποθαμένους διατί διορθώνει την ζημίαν του θανάτου και  τας αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχει συνείδηση, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας. Δύναμαι να έχω εγώ όλα αυτά και να δικαιολογήσω την παντοχή του κόσμου; […] Ένα μόνο φοβούμαι, πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνηση  τύχει να συγκρουσθεί με συμφέροντα ξένων δυνάμεων, αν πλανεθεί ο ελληνισμός και σηκώσει σκοτάδι μεταξύ μας ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν κι εμένα οι οφθαλμοί, ποιος ηξεύρει; που θα πάμε, τι θα γενούμε; ετινάξαμε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ΄ οι πλεκτάνες της διπλωματίας έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες και εσείς δεν τις βλέπετε.

        Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων. Ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύσει εις την καρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης >>.

        Ως κυβερνήτης έδειξε τις καισαρικές τάσεις του από την πρώτη στιγμή. Ανέστειλε το σύνταγμα της Τροιζήνας, βάζοντας το δίλημμα στον πολιτικό κόσμο της χώρας: παραμερίζω το σύνταγμα ή φεύγω! Διέλυσε τη βουλή και στη θέση της διόρισε συμβουλευτικό σώμα από κοτζαμπάσηδες και μεγαλοκαραβοκύρηδες. Το ονόμασε  Πανελλήνιον από 27 μέλη με διακοσμητικό χαρακτήρα. Παράλληλα ιδρύει την Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου που η πολιτική του γραμμή χαράζεται από τον ίδιο. Η εξουσία δηλαδή συγκεντρώνεται όλη στα χέρια του και γίνεται δικτάτορας γιατί έτσι πίστευε, πως θα κυβερνήσει καλύτερα. Κύκλοι όμως εσωτερικοί που επηρεάζονταν από την Αγγλική και Γαλλική επιρροή αντέδρασαν με αποτέλεσμα να του δημιουργούν προβλήματα και να υπονομεύουν τις προσπάθειές του για  να φέρει εις πέρας το αξιόλογο πρόγραμμά του.

      Όμως οι στόχοι που ήταν άμεσοι να εμπεδώσει την έννοια του σωστού κράτους ήταν καλοί.  Χτύπησε την πειρατεία και η θάλασσα απαλλάγηκε από τους πειρατές. Υπήγαγες το στρατό και το στόλο κάτω από τις διαταγές του κράτους διώχνοντας του Υδραίους που ήταν αφεντικά ως  εκείνη τη στιγμή. Βελτίωσε την διοικητική διάρθρωση του κράτους.  Κατάργησε του δημογέροντες και διαίρεσε τη χώρα σε περιφέρειες. Τα οικονομικά τα βελτίωσε με δανεισμό από το εξωτερικό. Προσπάθησε να ιδρύσει εθνική τράπεζα αλλά η προσπάθειά του τορπιλίστηκε από τους κοτζαμπάσηδες. Το ζήτημα της τάξης της χώρας τον απασχόλησε και προσπάθησε να το  λύσει. Χτύπησε τη ληστοκρατία και κυνήγησε τους απείθαρχους.  Πήρε μέτρα για την παιδεία, ιδρύοντας σχολεία, γεωργικές σχολές, οργάνωσε τη δημόσια υγεία, τα πρώτα νοσοκομεία, και ίδρυσε και την ταχυδρομική υπηρεσία.

      Στο θέμα της διανομής της γης απέτυχε. Η γη συγκεντρωμένη στα χέρια των τζακιών και των μοναστηριών ήταν αδύνατο να μοιρασθεί στους ακτήμονες που λιμοκτονούσαν από την πείνα. Χρειαζόταν επαναστατικά μέτρα. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές του να κάνει κάτι εδώ δεν τα κατάφερε. Αυτή η αποτυχία του, σφραγίζει και τη γενική  αποτυχία της πολιτικής, του  κράτους.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr       έλος]

Πηγές:  Τερτσέτης, Στρίγκος, Φωτάκος, Μιχαηλίδης, Κιτρομηλίδης, Σπ.Μελάς, Σπ. Τρικούπης, Σκαρίμπας, Μακρυγιάννης, Θ. Κολοκοτρώνης, Τ. Βουρνάς, Δ. Φωτιάδης, Κασομούλης.

 

                                                      Ναυμαχία του Ναβαρίνου.

                                                          [Ημερολόγιο του ΄21]


                                                    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                      Παίρνοντας το μήνυμα του Κολοκοτρώνη οι τρεις ναύαρχοι των τριών Μεγάλων  Δυνάμεων, έστειλαν τον Άγγλο πλοίαρχο Χάμιλτον στον Αλμυρό  της Μάνης για να δει τα σημάδια καταστροφής του Ιμπραήμ. Λέει ο Κολοκοτρώνης: <<Από τον Αλμυρό έως την Καλαμάτα είναι μιάμιση ώρα ο τόπος που έκοβαν και έκαιγαν και οι καπεταναίοι τους έδειχναν το τι κάνει ο Ιμπραήμ>>. Οι  απεσταλμένοι αφού διαπίστωσαν την καταστροφή πήγαν στο στρατηγείο του Κεχαγιάμπεη και του ζήτησαν να σταματήσει την καταστροφή. Επιστρέφοντας μετέφεραν με λεπτομέρειες ότι είδαν στους τρεις ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων και έστειλαν επιστολή αμέσως αυστηρή στον Ιμπραήμ:

         << Ο Άγγλος, ο Γάλλος και ο Ρώσος ναύαρχος  προς την Α.Υ. τον Ιμπραήμ πασά. Επί του πολεμικού της Α. Βρεταννικής μεγαλειότητος << Ασία>>. Υψηλότατε, Πληροφορίαι θετικόταται προερχόμεναι ημίν πανταχόθεν, αγγέλουν ότι πολυάριθμα αποσπάσματα του στρατού σας, περιερχόμενα από διαφόρους διευθύνσεις την Πελοπόννησον, δηώνουν, καταστρέφουν, εκριζώνουν δέντρα, τας αμπέλους και πάσαν φυτείαν, βιαζόμενα εν μια λέξει να μεταβάλουν την περιφέρειαν ταύτην εις τελείων έρημον. Μανθάνομεν επιπλέον ότι προετοιμάζεται εκστρατεία κατά της Μάνης και ότι ήδη στρατεύματά σας βαδίζουν κατ’ αυτής. Πάσαι  αι πράξεις αύται της υπερτάτης βίας διαπράττονται εν τούτοις υπό τα όμματά μας και λαμβάνουν χώραν εν πλήρει περιφρονήσει της ανακωχής, ην η Υ.Υ. ηγγυήθη επί λόγω να τηρήσει πιστώς μέχρι της επιστροφής των αποσταλέντων ταχυδρόμων και χάρις εις την οποίαν επετράπη ο επανάπλους του στόλου της Υ.Υ. εις Ναβαρίνον την 26 Σεπτεμβρίου.

      Οι υπογεγραμμένοι έχουν την λυπηράν υποχρέωσιν να σας δηλώσουν ότι τοιαύτη εκ μέρους σας διαγωγή, τοιαύτη περίεργος παράβασις των ανειλλημμένων υποσχέσεων, σας θέτουν, Κύριε, έξω του διεθνούς δικαίου, έξω των υφισταμένων συνθηκών των Αυλών των και της Οθωμανικής πύλης. Επί πλέον οι υπογεγραμμένοι θεωρούν τας κατόπιν των διαταγών σας συντελουμένας κατά την ώραν ταύτην καταστροφάς ως άντικρυς αντιτιθεμένας προς τα συμφέροντα του ηγεμόνος σας, όστις εξ αιτίας τούτων θα ηδύνατο να χάσει τα πραγματικά πλεονεκτήματα, άτινα η συνθήκη του Λονδίνου τω επεφύλαξεν έναντι της Ελλάδος.

    Οι υπογεγραμμένοι ζητούν παρά της Υ.Υ. κατηγορηματικήν και ταχείαν απάντησιν εις την παρούσαν διακοίνωσιν και σας αφήνουν να προείδετε τας αμέσους συνεπείας μιας αρνήσεως ή μιας υπεκφυγής.

                                               Εδουάρδος Κόντριγκτον, αντιναύαρχος

                                                              κόμις Χέϊντεν, υποναύαρχος

                                                                       Ντε Ρινύ, υποναύαρχος >>.

     Το τελεσίγραφο αυτό βρήκε τον Ιμπραήμ έτοιμο να σχεδιάζει επίθεση κατά του Ναυπλίου. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να κάνει ανακωχή, απαντώντας πως θα περιμένει οδηγίες από την Πύλη. Η ανακωχή κράτησε λίγο γιατί ένα επεισόδιο με τους στόλους Τουρκίας και Ελλάδας στον Κορινθιακό άναψε πάλι  τα αίματα και  η Τουρκία άρχισε και πάλι να ερημώνει το Μοριά και τη Ρούμελη κατά διαταγή του Ρεσίντ Κιουταχή. Οι τρεις στόλοι τότε παίρνουν την απόφαση να απαντήσουν με ναυτική επίδειξη και στις 8 Οκτώβρη 1827 εισπλέουν και αγκυροβολούν στο λιμάνι του Ναβαρίνου.  Οι Τούρκοι ρίχνουν την πρώτη βολή εναντίον τους για να απαντήσουν οι Δυνάμεις με συνεχή πυρά που τσάκισαν αμέσως τον Τουρκοαιγυπτιακό. Η νίκη ήταν αποφασιστική και ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος συντρίφθηκε ολοκληρωτικά. Χάρη στην αντίσταση του λαού, το στρατιωτικό δαιμόνιο του Κολοκοτρώνη και τη γενναιότητα των λοιπών ελληνικών δυνάμεων ο Ιμπραήμ γνώρισε την ήττα και ντροπιασμένος εγκατέλειψε το Μοριά και στις 22 Δεκέμβρη 1827 έπλευσε στην Αλεξάνδρεια.

  ellinikoxronmografima.blogspot.gr   [Συνεχίζεται]

Πηγές:   Στρίγκος, Φωτάκος, Πασπαλιάρης, Κιτρομηλίδης, Σπ. Μελάς, Σπ. Τρικούπης, Σκαρίμπας, Μακρυγιάννης, Δ. Φωτιάδης, Κασομούλης, Θ. Κολοκοτρώνης.

 

                      Καταστροφές στη Μεσσηνία. Πρωτόκολλο Λονδίνου

                                                                      [Ημερολόγιο του ’21]


                                                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                      Σεπτέμβρης του 1827 και ο Κολοκοτρώνης είναι στη Μεσσηνία.  Τα αιγυπτιακά στρατεύματα   λεηλατούν τα πάντα και δεν αφήνουν τίποτα όρθιο στο νομό.   Ο Κεχαγιάμπεης επικεφαλής του στρατού του Ιμπραήμ προσπαθεί με φοβέρες να κάμψει το ηθικό των ανθρώπων. Τους γράφει στην προκήρυξή του: <<Μ’ όλον οπού με έμπρη [εντολή] της υψηλότητος του αφέντη μου, ήλθα εις τα ενταύθα δια να κατακόψω, να κατακαύσω και σχεδόν αφανίσω όλα τα δέντρα σας, όσα είναι χρήσιμα και αναγκαία προς τροφήν σας,  λυπούμενος τον πτωχόν λαόν να μη δοκιμάσει την αυτήν ζημίαν και αφανισμόν αυτών των αναγκαίων δένδρων σας, έκρινα εύλογον να σας ειπώ ότι χωρίς αναβολήν καιρού να συσκεφτείτε καλώς και να παραιτηθείτε από τα της αποστασίας  φερσίματα και, καθώς άλλοι ομόπιστοί σας, να έλθητε να  προσκυνήσετε δια ν’ απαντήσετε αυτήν την οργήν και τον αφανισμόν οπού θέλει δοκιμάσει όλη η πτωχολογιά σας, ειδεμή και δεν έλθητε ας είναι η αμαρτία εις τον λαιμόν σας και όψεσθε εν ημέρα κρίσεως. Περισσότερον απ’ αυτά δεν είναι χρεία να σας γράψω και υγιαίνετε >>.

          Παρ’ όλο που ο Μεσσηνιακός κάμπος έχει πλημμυρίσει από στρατιώτες και ιππικό του εχθρού, οι κάτοικοι τον αγνοούν και δεν προσκυνάνε. Αντίθετα του απαντούν πως δεν υποκύπτουν. <<Ελάβομεν ένα γράμμα σου εις τον οποίον μας λέγεις ότι είσαι διορισμένος από τον αυθέντην σου να κατακόψεις τα δέντρα μας και σου αποκρινόμεθα, οι Έλληνες όταν αποφασίσαμεν να τινάξωμεν  τον ζυγόν της τουρκικής τυραννίας, εβάλαμεν προ οφθαλμών, ότι κοντά με τα άλλα δικαιώματα του ελεύθερου ανθρώπου, τα οποία αυτοί μας είχαν αρπαγμένα και τα οποία  θ’ ανακτήσωμεν και ημείς ως ελεύθεροι Έλληνες, θ’ ανακτήσωμεν κι όλα όσα η καταπλακωμένη από αυτήν την τυραννίαν γη των πατέρων μας φέρει επάνω της, ως υποκείμενα και αυτά εις την διάκρισιν της τυραννίας, ότι δε ημπορείς να κατακόψεις δεν μας είναι παράξενον,  διότι κοντά εις τόσας άλλας παρανομίας, τας οποίας κάμνετε κάθε ημέραν εις τα αδύνατα μέρη, ημπορείτε να μεταχειριστείτε  το αυτό και εις τα άψυχα δέντρα. Στοχαστείτε όμως ότι εις όλας αυτάς τας παρανόμους πράξεις σας χρεωστήτε λόγον, καθώς και εις άλλα, είναι και εις ταύτα τα μέρη της Μεσσηνίας συγκροτημένον στρατόπεδον παρά του γενικού στρατηγού των αρμάτων της Πελοποννήσου και όταν θέλετε πολεμάτε με αυτό και όχι με τα ξύλα, ημείς πάλιν λέγομεν έως τον ένα είμεθα αποφασισμένοι να αποθάνωμεν ελεύθεροι Έλληνες. Τη 25 Σεπτεμβρίου. Εν Μεσσηνία 1827. Οι κάτοικοι των επαρχιών της Μεσσηνίας >>.

       Τότε ο Κεχαγιάμπεης άρχισε το φοβερό έργο της καταστροφής της Μεσσηνίας. Γράφει ο Σταματόπουλος: <<Αφού έβαλε 5.000 καβαλαραίους να στέκουν γύρω στους κάμπους για να μη κατεβαίνουν οι Έλληνες και τους εμποδίζουν, άρχισε την καταστροφή σε όλη την επαρχία. Και όσα δεν εκαίοντο έβανε τσεκούρι, ελαιώνες, συκιαίς, μουριαίς >>. Ο δε Μέντελσον γράφει: <<Διέταξε την πελέκησιν όλων των καρπίμων δέντρων και την πυρπόλησιν των χωρίων. Ουδέποτε εχθρικά στρατεύματα εφάνησαν τόσον φθοροποιά όσον εν τη παρούση εκστρατεία.   Ελογίσθησαν 60.000 αι κατακοπείσαι συκαί και 25.000 ελαίαι και συκαμινέαι [μουριές]. Καπνοί δε και φλόγες πολυήμεροι εσκέπαζον τον ορίζοντα >>.

      Ο Κεχαγιάμπεης δεν εμπλεκόταν σε μάχες. Είχε τακτική.  Η παρουσία των στόλων της Ρωσίας, Γαλλίας και Αγγλίας στα νερά του Μοριά δεν τον είχε πτοήσει αλλά συνέχιζε την καταστροφή. Κι αυτό γιατί ο Ιμπραήμ σκόπευε  αφού ερημώσει το Μοριά να στείλει στην Αίγυπτο 500.000 Έλληνες αγρότες. Γι΄ αυτό η φειδώ του σε ανθρώπινες ζωές. Μόνο η καταστροφή της παραγωγής και  βιοσιμότητας του Μοριά τον ενδιέφερε. Η παραβίαση των νόμων του πολέμου ήταν κατάφορη. Κι ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να επέμβει. Από τον Αλμυρό της Μάνης με τη σύμφωνη γνώμη και των καπεταναίων ναύλωσε μια γοργοτάξιδη σκαμπαβία και την έστειλε να συναντήσει τους στόλους των τριών Μεγάλων Δυνάμεων στα ανοιχτά του Μεσσηνιακού κόλπου.  Μαζί με τις προκηρύξεις του Κεχαγιάμπεη και τις απαντήσεις των Ελλήνων, που τους έστελνε, τους έγραφε: <<ότι ο Κεχαγιάμπεης έκαμε αρχήν καίων και κατακόπτων όλα τα καρποφόρα δέντρα της Μεσσηνίας, πράξις την οποίαν κανείς από τους κατακτητάς δεν επεχειρίσθη >>.

       Η ενέργεια του Κολοκοτρώνη ήταν διπλωματική και είχε λόγους να στηριχθεί. Η εκλογή στην Τροιζήνα του Καποδίστρια ως κυβερνήτη είχε κάνει το ενδιαφέρον της Ρωσίας πιο ζωηρό για την τύχη της Ελλάδας. Τρεις μήνες νωρίτερα είχε υπογραφτεί το Πρωτόκολλο του Λονδίνου[6 Ιούλη 1827] μεταξύ των τριών Μεγάλων  Δυνάμεων που έλυνε κατ’ αρχή το ελληνικό ζήτημα με τις προτάσεις του: 1. Ανακωχή και μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. 2. Η Ελλάδα θα γίνει κράτος αυτόνομο με την επικυριαρχία της Πύλης. 3. Αυτόνομη κυβέρνηση που δεν επικυρώνεται από το Σουλτάνο και αυτόνομη διοίκηση. 4. Αποζημιώσεις των ιδιοκτητών των Τούρκων που θα εγκατέλειπαν την Ελλάδα. 5. Οριοθετική γραμμή θα χαραχτεί αργότερα. 6. Καμιά από τις δυνάμεις δε θα είχε ιδιαίτερα πολιτικά ή εμπορικά οφέλη στην Ελλάδα.

      << Την υπογραφήν του τριμερούς συμφώνου την επέβαλε η αστείρευτη δύναμη και αντοχή της ελληνικής επανάστασης >> λέει ο Στρίγκος.  Η Πύλη όμως τη συμφωνία του Λονδίνου την αγνόησε. Και αφού η Τουρκία είχε πληροφορηθεί πως η Αγγλία << δεν σκέπτεται καθόλου να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη της Τουρκίας >> ακολουθούσε τη δική της φιλόδοξη πολιτική της ανυπακοής.  Έτσι ενθαρρυμένη από την ύπουλη Αγγλική πολιτική, επεδίωξε διασπαστική τάση και ζήτησε τη μεσολάβηση του Μέτερνιχ. Δυστυχώς στην προσπάθεια  τορπιλισμού της ανακωχής έλαβε μέρος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις 6  Σεπτέμβρη 1827 ο πατριάρχης μαζί με 12 μητροπολίτες πήγε στο σουλτάνο και του επέδωσε αναφορά υποταγής 31  οπλαρχηγών της Ρούμελης. Το κλίμα από τις αμφισβητήσεις της ανακωχής  ήρθαν να το λύσουν η ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο ρωσοτουρκκός πόλεμος του 1828 και η συνθήκη της Αδριανούπολης του 1829.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr     [Συνεχίζεται]

Πηγές: Στρίγκος, Φωτάκος, Μιχαηλίδης, Κιτρομηλίδης, Σπ. Τρικούπης, Σπ. Μελάς, Πασπαλιάρης, Μακρυγιάννης, Σκαρίμπας, Δ. Φωτιάδης, Θ. Κολοκοτρώνης, Κασομούλης.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

 

                  Επιστολές Κολοκοτρώνη προς τους ανθρώπους της εξουσίας

                                                          [Ημερολόγιο του ΄21 ]


                                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                       Στα χέρια του Γέρου πέφτει η έγγραφη διαταγή του Ιμπραήμ  που δίνει εντολές στις ορδές του να κάψουν το Μοριά. Ο Κολοκοτρώνης τη στέλνει στην κυβέρνηση και στους ανθρώπους της εξουσίας ενώ τη  συνοδεύει κι από τις παρακάτω επιστολές. Προς την κυβέρνηση γράφει απελπισμένος για την αδιαφορία της: << Και το λεοντάρι το μεγαλύτερο θηρίον της γης, κακείνο εις πέντε δραμιών φουσέκι δεν ημπορεί ν’ αντισταθεί. Ετιμήθη παρά του Αρχιστρατήγου εις την Γενικής αρχηγίαν των Πελοποννησιακών δυνάμεων όχι δια να φύγω ή να σκοτώσω μόνος μου τον εχθρόν, αλλά δια να οδηγήσω κατ’ αυτού τα πελοποννησιακά στρατεύματα. Τα στρατεύματα αυτά συνίστανται από ανθρώπους και όχι από πέτρας, αλλά τι λέγω; Και οι πέτραι αυταί υποτάσσονται εις την δύναμιν του μπαρουτιού, δύο τώρα περίπου μήνες δεν έπαυσα καθημερινά ουδέ στιγμήν να επικαλούμαι την πρόνοιαν της κυβερνήσεως κατ’ ευθείαν και δια του αρχιστρατήγου δια τα δια την εκστρατείαν μου αναπόφευκτα, τροφάς και πολεμοφόδια, αλλ’ όχι μόνον πρόβλεψιν καμμίαν  δεν είδον, αλλ’ ούτε αποκρίσεως καν ηξιώθην δια παρηγορίαν μου. Και  μέχρι τινός ίσως η κυβέρνησις εδικαιολογείτο ότι αυτά δεν ευρίσκονται, μ’ όλον ότι αν ήθελε ευρίσκοντο όλα, αλλά τώρα, ότε βεβαιούμαι, ότι έφθασαν και τροφαί και πολεμοφόδια σταλμένα από τους φιλάνθρωπους φιλέλληνας της Ευρώπης. Διατί δεν στέλλει; Μη τάχα νομίζει ότι τρώγονται αι πέτραι δια να ζήσουν τα στρατεύματα;  Μη τάχα νομίζει ότι ο Γενικός Αρχηγός ημπορεί να τα θρέψει με υπερφυσικήν τινά δύναμιν; Έστω, την τροφήν των ημπορεί οπωσούν να προβλέψει, αρπάζων του πτωχού πολίτου τα πρόβατα, την ζωοτροφία του, το ψωμί του από το στόμα του, μπαρούτι όμως πόθεν ν’ αρπάσει; Ή μήπως έχει την επιτηδειότητα να μεταβάλει το χώμα εις μπαρούτι. Αυτά είναι αδύνατα εις τον Κολοκοτρώνην, αγνοούντα και χημείαν και κάθε άλλην επιστήμην, εις άλλον δεν είναι παράδοξον να είναι εύκολον >>.

    Αφού η κυβέρνηση κώφευε στις εκκλήσεις του για βοήθεια, γράφει και στους βουλευτές μήπως  << πάρουν μπροστά >> αυτοί τουλάχιστον και τον βοηθήσουν: << … και οι λόγοι μου κατά γράμματά μου και οι παρακλήσεις μου [στην κυβέρνηση] δεν έκαμαν το παραμικρόν αποτέλεσμα, δεν μου έμεινε πλέον τύπος δια να χρωματίσω με αυτόν τον όλεθρόν μας  ζωηρότερον. Χάνεται ο λαός τον οποίον παριστάνετε [ αντιπροσωπεύετε], ο λαός του οποίου την σωτηρίαν πρέπει να έχετε πρώτον ως ουσιώδες αντικείμενον, χάνεται ατίμως επί τα ερείπια της ελευθερίας του, όχι  από αδυναμίαν του ή από έλλειψιν προθυμίας του, άλλ’  από το ότι η κυβέρνησις εξέλαβεν ως πάρεργον τον χαμόν του. Κύριοι αντιπρόσωποι του λαού!  Δια τον θεόν, δια την αγάπην της πατρίδος, δεν χρειάζεται κατά τούτο παρά η θέλησίς σας, προβλέψατέ μας φουσέκια και τροφάς, μη αμελείτε παν ότι γνωρίζετε συντελεστικόν διότι θα δώσετε λόγον εις τον θεόν και την αδέκαστον ιστορίαν, γράφω με πόνον της ψυχής μου…>>

   Καμιά απόκριση κι από αυτούς! Αγανακτισμένος από τους ανθρώπους της εξουσίας, ξαναγράφει ειρωνικά: <<Αν ηξεύρετε καμμίαν μηχανήν να τρέφονται τα στρατεύματα, σας παρακαλώ να μου την στείλετε. Αν ηξεύρετε ότι είναι καμμία μηχανή να κάνει το χώμα μπαρούτι και ταις πέτραις μολύβι, στείλετέ μου τον μηχανικόν δια να το κάμωμεν. Επειδή και ακόμη τέτοια εφεύρεσιν δεν την έκαμαν οι άνθρωποι, σας λέγω στείλετέ μου όλα αυτά >>.

  Τίποτα δεν του έστειλαν αλλά και μηχανορραφούσαν πίσω του.  Η << Αντικυβερνητική Επιτροπή>>, η προσωρινή δηλαδή κυβέρνηση μέχρι να έρθει ο Καποδίστριας που είχε εκλεγείς στην  Τροιζήνα αποτελούνταν από αδίστακτα κοτζαμπάσικα όργανα.  << Η σπουδαία αυτή αρχή – γράφει ο ιστορικός Χέρτσμπεργκ- είχε καταληφθεί υπό τριών ανικάνων και ασήμων ανδρών, του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, του Ψαριανού Μακρή Μιλαϊτου, ανθρώπου κακίστης υπολήψεως και τινος Γιαννούλη Νάκου, θεωρουμένου ως της μεγίστης καθ’ άπασαν την Λεβάδειαν μωράς κεφαλής >>.

         Ο Γέρος με την επιμονή και την τακτική της δικής του τρομοκρατίας άρχιζε να γυρίζει πίσω τους προσκυνημένους και όπως  ο ίδιος λέει: << τους επαίρναμε πίσω τα προσκυνοχάρτια και τους δίναμεν του έθνους >>. Έτσι αχρήστευσε τις προσπάθειες του Ιμπραήμ για διάσπαση των επαναστατικών δυνάμεων και επιεικής σε πολλούς που επέστρεφαν μπόρεσε να υπερκεράσει πολιτικά τον εχθρό και να ενώσει τις δυνάμεις του έθνους. Ο δε Νενέκος έπαθε τέτοια πανωλεθρία στην Πάτρα και οι προδότες του εξαφανίστηκαν. Έτσι τέλος Αυγούστου του 1827 η περιοχή της Πάτρας με το μεγαλύτερο πυρήνα προσκυνημένων είχε αποκαταστήσει την ενότητα μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων και του λαού της.

         ellinikoxronografima.blospot.gr      [Συνεχίζεται]

Πηγές: Στρίγκος, Φωτάκος, Πασπαλιάρης, Κιτρομηλίδης, Μιχαηλίδης, Σπ. Μελάς, Σπ. Τρικούπης, Μακρυγιάννης, Σκαρίμπας, Θ. Κολοκοτρώνης, Δ. Φωτιάδης, Κασομούλης.

 

             Το προσκύνημα. Δημήτριος Νενέκος, <<ράι – μπουγιουρντιά>>

                                                  [Ημερολόγιο του ’21]


                                                        Του Παναγιώτη Αντωνόπουλou

 

                 <<Ουδέποτε η αποθάρρυνσις είχε  φθάσει  εις  τοιούτον  βαθμόν >>  μετά την καταστροφή του Φαλήρου και την πτώση της Ακρόπολης. Ο Ιμπραήμ υιοθέτησε  για να υποτάξει τους καπεταναίους του Μοριά  την τακτική του Κιουταχή που υπόταξε τους καπεταναίους της Ρούμελης, δηλαδή με ήπιους μεθόδους.  <<Υπέσχετο, πενταετή ασυδοσίαν [φόρων], ανέγερσιν οικιών, χορήγησιν βοών, ίππων και άλλων ωφελίμων>>. <<Και επροσκύνησαν οι καπεταναίοι των αρχόντων >>. Ο Δημήτρης Νενέκος στην Αχαϊα, αρχηγός μισθοφορικού σώματος του κοτζάμπαση Βενιζέλου Ρούφου, άρχισε να συνεργάζεται με τον Ιμπραήμ. Γράφει ο Τάκης Σταματόπουλος: <<Κι από μέρα σε μέρα πλήθυναν οι οπαδοί του Νενέκου. Η επιρροή του, που και πριν ήταν μεγάλη στα Αρβανιτοχώρια, μεγάλωσε πιο πολύ και τελικά όλοι οι Αλβανόφωνοι και οι καπεταναίοι τους στ’ Αρβανιτοχώρια της  Πάτρας επήγαν με το μέρος του, προσκύνησαν και ο Νενέκος αναγνωρίστηκε από τον Ιμπραήμ αρχηγός τους >>.

         Με τη νέα πολιτική του ο Ιμπραήμ δεν έκαιγε τα χωριά, δε λήστευε αλλά απεναντίας αγόραζε τρόφιμα για το στρατό του και έδωσε διαταγές στο στράτευμα να έχει φιλικές σχέσεις με τον πληθυσμό. Για να εγγυηθεί ο Ιμπραήμ αυτούς που προσκύναγαν τους έδινε τα << ράι- μπουγιουρντιά >> [προσκυνοχάρτια]. Έγραφαν τα προσκυνοχάρτια: <<Από τον υψηλότατον  Αχμέτ πασιάν, βεκίλην του υψηλοτάτου Ιμβραήμ πασιά, πληρεξουσίου των Οθωμανικών δυνάμεων, δίδεται το ημέτερον υψηλόν μπουγιουρδί μας παρά της εμής πληρεξουσιότητας επειδή ήλθον με προθυμίαν εις το μεγάλο μερχαμέτι μας, προσπίπτοντες εξ όλης της θελήσεώς των, προσκυνώντας το κραταιόν ντοβλέτι μας και εις ημάς και ζητώντες παρ’ ημών το ράγι [το προσκύνημα]. Βλέποντες, λοιπόν, την εμπιστοσύνην τους, οπού υπόσχονται προς ημάς, τους εδόθη το υψηλόν ράγι – μουγιουρδί μας νάναι φυλαγμένοι τόσον από τα στρατεύματά μας, ωσάν από κάθε εναντίον, η τιμή τους, η ζωή τους και όλον το πράγμα τους και ότι έχουν και να είναι δια πάντα κατά την υπόσχεσίν τους πιστοί ραγιάδες, να δουλεύουν τον τόπον τους καθώς ως πρώτα, χωρίς να έχουν καμμίαν υποψίαν εις ότι εναντίον τους ακολουθήσει, από κακούς ανθρώπους και ζορμπάδες, ευθύς να δίνουν την είδησιν προς ημάς οπού να τους προφθάσει και να τους φυλάξει η υψηλή ημών δύναμις. Και ούτως τοις εδόθη το παρόν ράγι- μπουγιουρδί μας εις ησυχίας και ένδειξίν  τους. Καστέλι Μορέως >>.

       Και συνεχίζει ο Τάκης Σταματόπουλος στο βιβλίο του <<Το προσκύνημα στο Μοριά>>:  <<Τους άφηναν ελεύθερους να πηγαινοέρχονται στην Πάτρα. Οι Τούρκοι είχαν ανάγκη από τρόφιμα. Οι προσκυνημένοι τους έφερναν από τα χωριά τους τα τρόφιμα που χρειάζονταν, τους τα πουλούσαν ακριβά και έπαιρναν άλλα πράγματα από την Πάτρα που δεν είχαν στον τόπο τους και τα εμπορεύονταν. Ανενόχλητοι λοιπόν πηγαινοέρχονταν, ανάπτυξαν φιλικές σχέσεις και συναλλαγή με τους Τούρκους και έγιναν οι προμηθευτές τους αλλά και κατάσκοποί τους.  Τα κέρδη και τα πολλά ωφελήματα που είχαν οι  αυτοσχέδιοι και αγροδίαιτοι αυτοί έμποροι ήταν μια μεγάλη δοκιμασία και παρακίνηση για τους άλλους που φαίνονταν ακόμα διστακτικοί κι αναποφάσιστοι για προσκύνημα. Οι Τούρκοι τους επέτρεπαν ακόμα να φέρνουν τα κοπάδια τους μέχρι το κάστρο που είχε καλή βοσκή, γιατί από τον πόλεμο  έμεινε απάτητος και αχρησιμοποίητος ο τόπος και χωρίς ζώα, τους άφηναν να πουλάνε εκεί κοντά τα σφαχτά τους και το γάλα. Και οι Αρβανίτες ξεθαρρεμένοι πια από την ανοχή των Τούρκων και χωρίς καμιά προφύλαξη έφεραν και τις οικογένειές τους και τις εγκατάστησαν  στους κάμπους και ο Νενέκος τους έταξε να τους δώσει βόδια και εργαλεία να καλλιεργήσουν.  Κι άλλοι πιο τολμηροί και αποθρασυμένοι εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα και αποσχίστηκαν οριστικά από την Επανάσταση και έγιναν πραγματικοί ραγιάδες και όργανα των Τούρκων >>.

     Το δεύτερο σχέδιο του προσκυνήματος ήταν αυτό του ταγματασφαλιτισμού. Αποσπάσματα τούρκων με την ανοχή του Ιμπραήμ και την αρχηγία του Νενέκου πατούσαν τα χωριά και στρέφονταν εναντίον  εκείνων που δεν είχαν προσκυνήσει. Τους ξεπάτωναν τα σπίτια, τους έκλεβαν και τους σκότωναν. Ο κόσμος πήρε τα βουνά και κλόνισε την εθνική ομοψυχία. Κι όταν προσκύνησαν και άλλοι καπεταναίοι το κακό του προσκυνήματος χειροτέρεψε. Γράφει πάλι ο Τάκης Σταματόπουλος: << Μάης και Ιούνης 1827 και το μόλυσμα φούντωσε. [… ]  Ως και το μοναστήρι των Ταξιαρχών της Βοστίτσας δεν έμεινε απέξω. Οι καλόγεροι με παρακίνηση των προσκυνημένων καπεταναίων έστελναν δώρα στον Ντελή Αχμέτ, σφαχτά και ταψιά ραβανί για να τους δώσει ράι μπουγιουρντιά και αν τους αφήσει να κάθονται ήσυχοι εις την μονήν των και να μην την βλάψει. Και σ’ αυτό ακόμα το απάτητο Μέγα Σπήλαιο  μπαινόβγαιναν ελεύθερα οι άνθρωποι του Νενέκου και μυστικοί απεσταλμένοι του Ιμπραήμ  που κουβέντιαζαν για προσκύνημα… >>

   Έτσι η σύγχυση απλώθηκε παντού και το σχέδιο του εχθρού προχωρούσε διαβρωτικά.

    ellinkoxronograifma.blogspot.gr    [Συνεχίζεται]

Πηγές:  Στρίγκος, Φωτάκος, Πασπαλιάρης, Μιχαηλίδης, Κιτρομηλίδης, Σπ. Τρικούπης, Σπ. Μελάς, Μακρυγιάννης, Σκαρίμπας, Θ. Κολοκοτρώνης, Δ. Φωτιάδης, Κασομούλης.

 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

 

                                              Οι Ντρέδες κατά του Ιμπραήμ

                                                             [Ημερολόγιο του ΄21]


                                                 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

         Οι Ντρέδες από τα Σουλιμοχώρια στις 22 Απρίλη του 1827 έκαναν τον Ιμπραήμ να νιώσει τι εστί να σε κυνηγούν Έλληνες πολεμιστές ατρόμητοι, με κοφτερά σπαθιά στο χέρι. Ο Ιμπραήμ αφού είχε καταστρέψει τη Μεσσηνία, αποφάσισε εισβολή και στα ορεινά Σουλιμοχώρια. Οι Παπατσωραίοι όμως τον περίμεναν ετοιμοπόλεμοι, οχυρωμένοι έξω από το χωριό Λάπι. Ραδιούργος όπως ήταν έστειλε πριν αρχίσει η μάχη επιστολή που τους υποσχόταν, δώρα, χρήματα και στρατιωτικές προαγωγές αν δέχονταν την υποταγή τους. Στα γρήγορα οι Σουλιμοχωρίτες του απάντησαν: <<Αρχιστράτηγε Ιμβραήμ πασά. Ελάβαμεν την επιστολήν σου και σου αποκρινόμεθα ότι περιφρονούμεν τας περί υποταγής προτάσεις σου,  διότι έχομεν απόφασιν ορκισθέντες να ελευθερώσωμεν την κινδυνεύουσαν πατρίδα μας δια πάσης θυσίας. Λοιπόν θα κάμεις καλά να αποσυρθείς  από το Μωριά, επειδή ματαίως κοπιάζεις. Άκουσον όλα αυτά που σου γράφομεν σήμερον και μη επιμένης, διότι ημείς όλοι θα επιμείνωμεν περισσότερον και η ζημία θα είναι εναντίον σου. Λοιπόν σε περιμένομεν προθύμως δια να πολεμήσωμεν και να μάθης και πάλιν τι είναι Αρκαδίων τουφέκι>>.

       Η μάχη σκληρή, κράτησε σχεδόν όλη την ημέρα, η καταστροφή για τον Ιμπραήμ μεγάλη που αναγκάστηκε  να τραπεί σε φυγή σε απόσταση δυο ώρες μακριά από τα Σουλιμοχώρια. Αν και ηττημένος ο Ιμπραήμ  μετά από δυο μέρες στις 24 Απρίλη συγκρούεται πάλι με τους Ντρέδες. Έσπασε τα μούτρα του αφού και οι γυναίκες από τα γύρω χωριά έπιασαν τα καρυοφίλια και τις πιστόλες και δεν άφησαν Τούρκο για  Τούρκο όρθιο. Η μάχη έγινε στο Ψάρι και αφήνοντάς το ο Ιμπραήμ συνέχισε τα πάρε δώσε με τους Ντρέδες μεταφέροντας τον πόλεμο στον Αετό. Το ημερολόγιο έγραφε 29 Απρίλη του 1827. Δυστυχώς γι’ αυτόν βρήκε το χωριό οχυρωμένο, τους Ντρέδες οπλισμένους και αποφασισμένους κι έπαθε μεγάλη καταστροφή. Στην αρχή οι Ντρέδες υποχώρησαν μέσα στο χωριό όσο η μάχη κρατούσε και όταν ήρθε βοήθεια χτύπησαν με πείσμα τους τουρκοαιγύπτιους που τους έτρεψαν σε φυγή. Σταθμός τους το χωριό Βιδίσοβα όπου και στρατοπέδευσαν.

     Στις 30 Απρίλη 1827 πάλι Τούρκοι και Ντρέδες συναντήθηκαν στο χωριό Λυκουδέσι όπου οι πιστόλες και τα ξίφη πήραν φωτιά μεγάλη.  Η μάχη σφοδρή, οι Ντρέδες ανίκητοι, οι αραπάδες κουρασμένοι και αγύμναστοι εγκατέλειψαν το πεδίο και το έβαλαν στα πόδια.

     Οι Ντρέδες είχαν πολλούς φίλους οπλαρχηγούς, αγωνιστές μεταξύ των οποίων και τον Κολοκοτρώνη. Αυτός  τους αγαπούσε και τους λογάριαζε πολύ.  Και οι ιστορικοί τους υπολόγιζαν, ενώ μερικοί έγραψαν κολακευτικά λόγια γι’ αυτούς. Ο Φωτάκος γράφει: << Ήλθαν και οι Αρκαδιανοί, οι πλέον δυνατοί στρατιώται της Πελοποννήσου, οι  λεγόμενοι Ντρέδες>>. [Απομνημονεύματα]. Ο Κολοκοτρώνης στην πολιορκία του Άργους, λέει: <<Ήρθαν οι Αρκαδιανοί  και ίσωσαν με τα πόδια τα ταμπούρια των Τούρκων>>. [Απομνημονεύματα]. Ο Νίκος Σπηλιάδης: << Ηγούμενοι προ πάντων οι ατρόμητοι Αρκάδιοι, και τόσον προχώρησαν ώστε ήρπαζαν τα τουφέκια των εχθρών από τα στόματα και ήθελον να τους τα επάρωσιν>>. Ο Αγησίλαος Τσέλαλης: <<Οι Ντρέδες ήσαν οι κορυφαίοι εκ των εκλεκτών πολεμιστών του Μοριά>>.[Βιβλίο  ‘’ Πλαπούτας ‘’]. Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης: <<Στέλνω έναν τεσκερέ και μαζεύονται Αρκάδιοι [Ντρέδες]  περίπου από 1600 άνθρωποι - χώρα και χωριά- τέτοιοι αγαθοί πατριώτες είναι αυτείνοι οι μικροί, φιλόπατροι>>. [Απομνημονεύματα]. Κι ένας ξένος, ο γάλλος Πουκεβίλ στο βιβλίο του, γράφει: <<Ιο απέραντο δάσος της Κόκλας, αντηχεί εκ της κλαγγής των όπλων των Σουλιμιωτιών, οι οποίοι ζητούν ελευθερία, πατρίδα, νόμους>>.

     Τον Ιούλιο του 1827 έχουμε τη συνθήκη του Λονδίνου όπου ανοίγει ο δρόμος για ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.  Το Σεπτέμβρη του 1827 με << φωτιά και τσεκούρια >> η Μεσσηνία γίνεται στάχτη.  Στις 20  Οκτώβρη 1827 η ναυμαχία του Ναβαρίνου κλονίζει τον Ιμπραήμ και την Τουρκία και σηματοδοτεί την απελευθέρωση της Ελλάδας. Με τον ερχομό τον Ιανουάριο του 1828 του Καποδίστρια ως κυβερνήτη ο Ιμπραήμ απομακρύνεται από το  Μοριά, όμως κάτι τον τρώει και θέλει να τα βάλει και πάλι με τους ηρωικούς Ντρέδες. Αυτοί δεν λένε όχι και στον κάμπο του Δωρίου στη θέση Γουβαλάρια του δίνουν το τελευταίο κτύπημα.  Το ημερολόγιο δείχνει 20 Μάη 1828. Διαλυμένος κι εδώ ο Ιμπραήμ με ότι υπόλοιπο στρατό του είχε μείνει, εγκατέλειψε σιγά- σιγά το Μοριά για να ενταχθεί κουρασμένος πια και εξουθενωμένος στα δικά του μακρινά μέρη, ζώντας με τις πολεμικές του αναμνήσεις.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr   [Συνεχίζεται]

Πηγές:  Φωτάκος, Στρίγκος, Β. Κρεμμυδάς, Σπ. Μελάς, Σπ. Τρικούπης, Πασπαλιάρης, Σκαρίμπας, Τ. Βουρνάς, Μακρυγιάννης, Θ. Κολοκοτρώνης, Δ. Φωτιάδης, Κασομούλης.

 

 

                                  Μάχη του Φαλήρου. Καραϊσκάκης

                                           [ Ημερολόγιο του ’21]


                                                        Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               Καραϊσκάκης, Τζαβέλλας, Βέϊκος, είναι στ’  Ανάπλι και ζητούν από τον Κολοκοτρώνη που πάει να βάλει τα πράγματα σε τάξη στο Μοριά, να συναντηθούν και  να αποφασίσουν για τον αγώνα. Συναντιούνται στο Άργος. Πριν ο Ζαϊμης είχε αντιδράσει και δεν ήθελε αυτή τη συνάντηση των κοτζαμπάσηδων με τους καπεταναίους. Στη συνάντησή του με τον Κολοκοτρώνη έχουμε το διάλογο:  Ο κοτζαμπάσης αρνητικός του λέει: << Κολοκοτρώνη, Κολοκοτρώνη, έξι χρόνους πασχίζεις να ενώσεις τ’  άρματα και ειδέ σε άφησα να τα ενώσεις, ειδέ θέλει να σε αφήσω! >> Ο Γέρος έξω από τα δόντια του απάντησε: <<Εύγε καλέ πατριώτη, οπού δεν αφήνεις να ενωθούν τα άρματα κι αν ήταν ενωμένα δεν έκαιγε ο Ιμπραήμης τα χωριά και να σκλαβώνει τον τόπο! >>

      Εντωμεταξύ ο Κιουταχής πολιορκεί την Ακρόπολη από τον Αύγουστο του 1826. Την υπερασπίζεται ο Γκούρας. Ο Καραϊσκάκης έρχεται Αθήνα. Στρατοπεδεύει στην Ελευσίνα. Στη μάχη του Χαϊδαρίου μαζί με το φαβιέρο αντιμετωπίζουν τον Κιουταχή. Η διαφωνία τους πως θα αντιμετωπισθεί ο εχθρός τους οδηγεί σε καταστροφή. Ο Καραϊσκάκης γυρίζει στην Ελευσίνα να κόψει το δρόμο του Κιουταχή προς την Αθήνα και μπάζει κρυφά τον Κριεζώτη με λίγους μαχητές στην Ακρόπολη. Νωρίτερα σε μια  σύγκρουση είχε σκοτωθεί ο Γκούρας.

     Από 25 Οκτώβρη ως 6 Νοέμβρη ο Καραϊσκάκης είναι στη Ρούμελη. Στη μάχη της Αράχωβας με Γενναίο, Νικηταρά, είχε μεγάλη επιτυχία και έστησε πυραμίδα από 2.500 κεφάλια τούρκικα. Νικάει ακόμη ο Καραϊσκάκης σε Δίστομο και Τουρκοχώρι και παίρνει με το μέρος του τους προσκυνημένος καπετάνιους, Πανουριά, Διοβουνιώτη, Ίσκο, Ράγκο. Ολόκληρη σχεδόν η Ρούμελη ξεσηκώνεται και πάλι. Νικητής ο Καραϊσκάκης επιστρέφει 27 Φεβρουαρίου 1827 στο στρατόπεδο της Ελευσίνας. Κι ενώ  Μοριάς και Ρούμελη είχαν βάλει μπροστά το πολεμικό μέτωπο, ο Ζαϊμης, με την κυβέρνησή του, μυστικά διόρισαν τον Άγγλο Τσουρτς αρχιστράτηγο και τον Χάμιλτον ως μυστικοσύμβουλό της. Στις ίντριγκες των κοτζαμπάσηδων, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, αντιδρούν και ζητούν να συγκληθεί εθνική συνέλευσις, ενώ ξεσπάει διαμάχη ανάμεσα στο ρωσικό κόμμα [Κολοκοτρώνης], γαλλικό [Κωλέττης], αγγλικό [Μαυροκορδάτος]. Ο Ζαϊμης κάνει δική του συνέλευση με 50 αντιπροσώπους στην Αίγινα, ο Κολοκοτρώνης στην Ερμιόνη με 90. Μετά σαν ήρθε ηρεμία στην εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος αποφασίστηκε ο Καποδιστρίας να γίνει κυβερνήτης της Ελλάδος.

      Όπως είπαμε ο Τσουρτς και Κόχραν ήταν επικεφαλής στρατού και ναυτικού. Οι καπεταναίοι δεν τους ήθελαν και αισθάνθηκαν παραγκωνισμένοι. Ο Μακρυγιάννης διηγείται πως ο Καραϊσκάκης του είπε μόλις έγιναν γνωστοί οι διορισμοί τους: <<Σήκω να φύγουμε ότι αυτήνοι θέλουν να μας φάνε >>.  Και δεν έπεσε έξω. Οι δυο ξένοι με τις μηχανορραφίες τους προετοίμασαν  την καταστροφή του Φαλήρου στις 24 Απρίλη του 1827. Οι δυο Άγγλοι δεν άκουσαν τον Καραϊσκάκη για παρτιζάνικες μικρές επιθέσεις στον Κιουταχή ώστε να τον λυγίσουν, αλλά εισηγήθηκαν  να τον αντιμετωπίσουν σε τακτική μάχη, κατά μέτωπο επίθεση.  Ο Καραϊσκάκης σχολιάζει στο Μακρυγιάννη: << Βλέπω ότι κακά θα πάμε με τους Φράγκους. Φοβούμαι πως θα μας χάσουν με την αβασταγιά τους >>.

      Στις 22 Απρίλη 1827, ημέρα της επίθεσης εκ του συστάδην κατά του Κιουταχή, ο Καραϊσκάκης σε μια μικρή συμπλοκή πήγε να βάλει την τάξη έφιππος και τραυματίζεται. Υπήρξαν υποψίες πως δολοφονήθηκε από αντιπάλους του. Το λέει ο Κασομούλης κάνοντας υπαινιγμούς και ο Βλαχογιάννης ανοιχτά λέει πως πυροβολήθηκε από ανθρώπους του Μαυροκορδάτου. Ο ήρωας πριν πεθάνει είπε: <<Ξέρω ποιος μου τόκανε αυτό κι αν ζήσω παίρνουμε χάκι [εκδίκηση]. Στις 24 Απρίλη 1827 έγινε η έφοδος. Οι δυο Άγγλοι κοιτούσαν τη μάχη από τα καράβια. Σε λιγότερο από δυο ώρες οι Έλληνες μαχητές ανίδεοι από μάχες εκ του συστάδην έπαθαν πανωλεθρία.  Χίλιοι πεντακόσιοι πολεμιστές, το άνθος της Ρούμελης έπεσαν στη μάχη, ενώ όσοι σώθηκαν σκόρπισαν στη Σαλαμίνα και στον Ισθμό. Η πτώση της Ακρόπολης ήρθε μετά την καταστροφή του Φαλήρου να μεγαλώσει τη συμφορά. Η Ρούμελη πέφτει πάλι στα χέρια των Τούρκων και μόνο η επαναστατική σπίθα στο Μοριά έχει μείνει άσβεστη. Τρόμος παντού και το παν εξαρτάται από τον Κολοκοτρώνη και τους μαχητές του.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr     [Συνεχίζεται]

Πηγές:  Στρίγκος, Φωτάκος, Σπ. Μελάς, Σπ. Τρικούπης, Πασπαλιάρης, Κασομούλης, Μακρυγιάννης, Σκαρίμπας, Θ. Κολοκοτρώνης, Δ. Φωτιάδης.